Αυτά που είναι να κρατήσουν θα σταθούν

Τα ‘χω ανοίξει όλα, πόρτες και παράθυρα, ορθάνοιχτα, και φυσάει ο άνεμος και τα παίρνει όλα, όλα όσα έχω. Φυσάει ο άνεμος απ’ όλες τις κατευθύνσεις, βορράς, νότος, ανατολή, και με τη δύση δεν πέφτει όπως πέφτουν τα μελτέμια, δε γλυκαίνει λίγο όπως έκανε παλιά. Φυσάει αέρας, ρεύματα, και χτυπάνε τα τζάμια και μέσα μου όλα γέρνουνε και πέφτουνε και σπάνε, πέφτουν κάτω και θρυμματίζονται και τα παράθυρα χτυπούν και οι πόρτες τρίζουν. Κι όλα δονούνται κι όλα γέρνουν κι όλα τα παίρνει ο άνεμος και τα ρίχνει κάτω και τα σπάει κι εγώ στέκομαι εκεί, ακίνητη, στη μέση, και σκέφτομαι: πάρτα όλα, σπάστα, να πάνε στο διάολο, να πάνε στο καλό. Δεν τα θέλω άλλο αυτά τα εύθραυστα, αυτά που γέρνουν τόσο εύκολα και σπάνε, με τον κάθε άνεμο, αυτά που δεν έχουν αντοχή για να σταθούν. Πάρτα να παν στο διάολο, τι να τα κάνω; Μισά κι ολόκληρα, σπασμένα και ακέραια, αλλά ανοίγεις τα παράθυρα και τρέμουν και πως να τα κρατήσεις; Φυσάνε έρωτες, φυσάνε λύπες, φυσάνε χαρές που δε φαντάστηκα, φυσάνε αυτά που ήθελα κι αυτά που έχασα κι αυτά που θέλω να κρατήσω, αλλά δε μπορώ να στέκομαι στη μέση και να τα κρατάω, μήπως φυσήξει ανέμος και γείρουνε και πέσουν, δε μπορώ. Ας πέσουνε κι ας σπάσουν κι ας πάνε στο καλό, αυτά που δεν αντέχουν να σταθούν. Τα ‘χω ανοίξει όλα, ορθάνοιχτα, και στέκομαι στη μέση και σκέφτομαι: ας σπάσει ότι σπάσει, κι ότι μπορεί ν’ αντέξει ας σταθεί γιατί αν κλείσω τα παράθυρα και τις πόρτες και γίνουν όλα στεγανά, δε θα ‘χει ούτε έρωτες, ούτε χαρές, ούτε αυτά που θα ‘θελα να τα κρατήσω – δε θα ‘χουν από που να μπουν. Άμα τα κλείσω όλα, όπως πριν, θα ‘χει μόνο ακινησία, θα ‘χει μόνο στασιμότητα κι ασφάλεια κι εγώ θα στέκομαι στη μέση, απαθής, να τα κοιτάω, όλα αυτά τα εύθραυστα, μισά κι ολόκληρα, σπασμένα ήδη κι ας μοιάζουν ακέραια, αυτά που χρειάζονται τόσο προστασία για να σταθούν. Δεν τα θέλω πια, όχι έτσι. Κι ας τρέμουν όλα μέσα μου, κι ας γέρνουν. Αυτά που είναι να κρατήσουν κρατιούνται από μόνα τους, όποιος άνεμος κι αν τα φυσά. Αυτά που είναι να κρατήσουν θα σταθούν.