Αν τ’ ακουμπήσεις λίγο κάτω, όλα αυτά που κουβαλάς

Μου ‘πε ο Γιάννης να γράψω μια ιστορία για τα ξύλα, κι εγώ είπα ίσως, ποτέ δεν ξέρεις, και γελούσα – μα ίσως να μπορώ, τελικά. Για τα ξύλα που τ’ ανεβάζω απ’ το ποτάμι, ανηφόρα και χώμα και δυο φορές σκαλιά – μία ώσπου να βγω απ’ το ποτάμι στον περιφερειακό κι άλλη μία από κει και πάνω ως το σπίτι – και τα ντανιάζω, όμορφα, πλάι στην αμυγδαλιά. Που πριν απ΄αυτό τα ψάχνω και τα ξεδιαλέγω, εδώ τα μικρά, εδώ τα πιο μεγάλα, εκεί κάτι κούτσουρα που με δυσκολία τα σηκώνω, αυτά για προσάναμμα κι εκείνα για ζέστη, και τα μαζεύω σε διάφορα σημεία, στρατηγικά, για να τα ξαναβρώ μετά, στην επόμενη βόλτα. Τα ξύλα που τα παίρνω τα μικρά στην τσάντα και τα μεγάλα αγκαλιά κι ανηφορίζω πάλι για το σπίτι, ιδρώνοντας και με κομμένη αναπνοή, κι ας μη φαίνεται τόσο μακριά. Έχει ύψος και κλίση και τα σκαλιά, ανομοιόμορφα, δε βοηθάνε κι εγώ πάντα κουβαλάω παραπάνω απ’ ότι μπορώ. Πάντα λίγο παραπάνω απ’ ότι μπορώ.

Μπορώ να γράψω για τα ξύλα πως με κουράζουν, αλλά μ’ αρέσει να τα μαζεύω. Μ’ αρέσει να πηγαίνω και να ‘ρχομαι, φορτωμένη. Να κουβαλάω πράγματα χρήσιμα, που θα με ζεστάνουν το χειμώνα. Μ’ αρέσει να κουβαλάω τα ξύλα, αντί για τις σκέψεις που κουβαλάω συνήθως, που δεν τους φαίνεται αλλά είναι πιο βαριές. Μ’ αρέσει, παρ’ ότι πονάει το σώμα μου παντού κι είμαι γεμάτη γρατζουνιές στα μπράτσα. Μ’ αρέσει που το σώμα μου μαθαίνει σιγά-σιγά στο κουβάλημα και τα πόδια μου πού να πατάνε στο μονοπάτι για να μην πέσω. Μ’ αρέσει να ψάχνω μες τα χόρτα για ξύλα, ν’ ανακαλύπτω κρυμμένους θησαυρούς που ‘χουν κυλήσει μέσα σε θάμνους ή σε γωνίες ή κάτω από σύρματα. Μ’ αρέσει που έχω αρχίσει να ξεχωρίζω ποια είναι ελαφριά και ποια είναι βαριά και ποια είναι κούφια, και πως όλα κάνουνε, όλα έχουν τη χρήση τους. Μ’ αρέσει η διαδικασία, και η ανάγκη της, πως πρέπει να την κάνω γιατί αλλιώς δε θα ‘χω ξύλα να κάψω για να ζεσταθώ. Μ’ αρέσει που πρέπει, γιατί το πρέπει αυτό είναι απλό και πρακτικό, όχι σαν τ’ άλλα που ‘ξερα παλιά. Στην άλλη μου ζωή.

Ήμουν τουρίστας στη ζωή μου εδώ μέχρι πριν λίγο. Ήμουν εδώ αλλά δεν ήμουν γιατί κρατιόμουν από αλλού. Γιατί έλεγα πως είμαι εδώ μα ζούσα, λέει, στο Λονδίνο. Εκεί που όλα μπορείς να τ’αγοράσεις μα δε σου μένει τίποτα. Εκεί που όταν αρχίζουν τα κρύα, την πρώτη στιγμή που κρυώνουν τα πόδια σου στο σπίτι, πατάς ένα κουμπί κι ανάβει η θέρμανση κι έρχεται μετά ο λογαριασμός. Και μετά πληρώνεις. Κι εδώ δεν είχα καν θέρμανση. Είχα κάτι καλοριφέρ του κώλου και τα ‘βαζα στην πρίζα και κρύωνα όλο το χειμώνα, αλλά δεν πείραζε γιατί ήμουνα τουρίστας. Ήμουν τουρίστας μέχρι πρόσφατα κι ίσως την περσινή χρονιά να μάζευα θάρρος αντί για ξύλα. Να μάζευα λόγους να ‘μαι εδώ, να μάζευα τρόπους για να μείνω. Μαθήματα. Κουράγιο. Το πλήρωσα, πάντως, κι αυτό μετά. Μετά πάντα πληρώνεις. Αλλά εγώ ότι είχα να δώσω το ‘δωσα, δεν έχω πια. Δυο-τρία πράγματα που έμαθα και λίγο θάρρος: αυτά. Κι όλους τους λόγους για να μείνω. Και να μαζεύω ξύλα, γιατί δεν είμαι πια τουρίστας και θέλω τα πόδια μου να ‘ναι ζεστά μέσα στο σπίτι.

Στην άλλη μου ζωή έπρεπε πολλά και κουβαλούσα άλλα τόσα. Και τα πλήρωνα. Κι αν μου λεγαν τότε πως θα μάζευα ξύλα για να ζεσταθώ και πως θα μ’ άρεσε, θα γελούσα. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Κι αν τ’ ακουμπήσεις λίγο κάτω, όλα αυτά που κουβαλάς, κι αφήσεις χώρο για τα άλλα, ίσως ν’ αρχίσεις να μαθαίνεις. Πόσα μπορείς και δε μπορείς. Πόσα δεν ξέρεις. Πόσα αντέχεις.

Μ’ αρέσει, που εδώ προετοιμαζόμαστε για τα επόμενα. Μ’ αρέσει που δεν είναι όλα εύκολα, που πρέπει λίγο να τα σκεφτείς. Που δεν πατάς απλά ένα κουμπί κι όλα λύνονται. Όλα λύνονται, αλλά κάπως αλλιώς. Μ’ αρέσει που δεν ξέρω τίποτα και τα μαθαίνω, που έχω ανθρώπους δίπλα μου που θέλουν να μου τα μάθουν. Μ’ αρέσει που μαθαίνω πως δε γίνεται πάντα μόνη μου, δε χρειάζεται, κι ας κουβαλάω ακόμα πιο πολλά απ’ ότι αντέχω. Κάποια στιγμή θα μάθω ή ν’ αντέχω πιο πολλά ή να αφήνω κάτω αυτά που δε μπορώ να κουβαλήσω. Ίσως ακόμα και ν’ αφήνω κάποιον άλλον να σηκώνει αυτά που δε μπορώ. Και μ’ αρέσει που όταν πάω για ξύλα ακουμπώ τις σκέψεις μου στο σπίτι, για να ‘μαι λίγο πιο ελαφριά στο δρόμο μου, για να ‘χω χώρο στην αγκαλιά μου για όλα αυτά που θέλω να μπουν.

Δεν έχει άλλη ζωή: αυτή είναι. Κι είναι μικρή, κι ας φαίνεται μεγάλη. Δεν είναι για να κουβαλάς βαριά και άχρηστα και να ξοδεύεσαι, να σπαταλάς την αγκαλιά σου. Γι’ αυτό, απ’ όλα αυτά που κουβαλούσα κάποτε, κρατάω εκείνο το ποτέ δεν ξέρεις, και πάω για ξύλα. Να ανεβαίνω απ’ το ποτάμι φορτωμένη και να τ’ αφήνω όμορφα πλάι στην αμυγδαλιά. Να χτίζω βουνά από ξύλα. Αυτά, από τα πρέπει. Κι έπειτα: λίγο θάρρος, κι ανθρώπους δίπλα μου που θέλουν να με μάθουν, και να ‘χω ζέστη μες το σπίτι το χειμώνα. Αυτά που δεν τα πληρώνεις γιατί δε μπορείς να τ’ αγοράσεις – δε χρειάζομαι άλλους λόγους.


Apologies, once again, to the non Greek speakers among you. This piece is sort of about no longer being a tourist in my own life, and in this life they speak Greek; I need to adapt. But I will try to write an English version in the next few days.

Your soul is always where it needs to be

I’ve said it before, that you can’t be depressed in a place like this. I’ve said it many times, but it’s a lie. It’s a line I feed myself when I feel it coming on and I’m hungry for nothing; deplete of everything and wanting nothing. It’s a line for when I sense it circling and I’m frozen on the spot because there’s nowhere to run. It’s a line that I throw at other people when they ask about my life, when I show them the set I live it on: the fields of thirsty silver and gold, the perfect line between mountain and sky, toy churches glowing in the sunshine and smudges of pink bougainvillea, the horizons made up of Cycladic blue sea. It’s an exorcism, for when my soul is in the right place. How can you be depressed in a place like this?

With the sunshine picking out highlights in your hair and warming up your skin, how? How, when you have to lift your hand to shade against so much beauty, when there is more and more to love everywhere you look? When everything is so light, so weightless that you can imagine it just floating away on a jasmine-scented breeze, how can you possibly conceive of any kind of weight? But depression is the chill inside, where the sun cannot reach. Depression is the filter that turns everything flat and grey. It’s a desolate landscape. It’s the mathematical formula that multiplies everything by zero. Depression only understands love as lost, as unrequited; as regret. And it always tips the scales in its favour; there is no counterweight when your soul is in the wrong place.

At times like this, that sunshine, those endless, generous skies are like a personal affront. They hurt. Beauty hurts, lightness hurts when you feel ugly and weighed down by things you cannot see. Things you cannot hold or handle, cannot pick up and examine and toss aside, cannot show anyone and say look, see? Here is the thing that hurts me, so you can take it apart together and scare it away. Depression cannot be shared and when you’re standing in the sunshine against a sky of endless blue, that’s all anyone can see. A girl framed by light, and how can you be depressed in a place like this?

I’ve said it before, to guilt-trip myself into recovery, when depression has already taken hold. How self-indulgent, how ungrateful. How shameful, when other people would give anything to have a little of what you’ve got; how wasteful. But that’s depression talking, when it tells you you have the best of everything and yet you’re empty and poor. When it shows you all the love in the world, tantalisingly out of reach. When it says your soul is in the wrong place. Pinned down by grief, an inarticulated sadness, too heavy to flutter in the breeze.

It helps, to be in a place like this. It can help. You can take yourself for a walk to the top of a hill and gaze out to sea and place the magnitude of everything in context. You can force yourself to look at the spaces of sky between trees, all the entry points for light to filter through and heal you. It can help, to see depression contrasted with beauty, but it isn’t beauty that we forget about when depression takes hold; it isn’t beauty that we need reminding of. What we forget is that our soul is always in the right place. No matter how uncomfortable it feels, our soul is exactly where it needs to be.

I’d forgotten this yesterday, when depression took hold. It was with me when I woke in the morning and by late afternoon I could barely move for its syrupy embrace. I tried to summon gratitude as the antidote, but it is hard to be grateful for anything when there is nothing that you want. I tried to not be wasteful of the beauty all around me, but I sat in the sunshine and it just wore me down. I took my coffee outside and smoked a cigarette and gazed at mountains and sky, and there was only pain. Emptiness. A mockery of everything I could feel; everything I should, by rights, be feeling if my soul was in the right place. Pinned down by grief for all the love that was out of reach – but some instinct told me to reach. Only a little, only as much as I could. Only as far as sending my friend a message. Everything is shit, I said. I’m tired of everything. I don’t want anything at all. Will you come round?

And he came. And we sat on my terrace, on the sun-warmed stones as the sun began to set upon the fields of silver and gold. He didn’t ask to see the sadness, the intangible weight I was asking him to lift; he didn’t ask how, in a place like this, with the sunshine in my hair. We didn’t look at the sky changing colours in the west or the mountains turning to shadows behind us. Steeped in this beauty, we looked at each other, because all of it is background, the set we live our lives on, but the place is where our souls are at, and the people are what make it a living. Looking at the sea stretching out beyond your horizon can help you remember how small you are, how inconsequential your sorrows, but inconsequential talk between two people on a Wednesday afternoon is what will put you back in your place, right where your soul is at. A friend turning up to sit with you when you have nothing to offer, a friend bringing nothing but the fact that he came: that’s where it’s at. No matter what’s happening around you, in the background, on the set, this is the only place that matters. No matter how uncomfortable it feels, this is the place where you can never be depressed. How, when your soul is exactly where it needs to be, and love is never out of reach?


I am not making light of depression here; there is nothing light about it. But reaching out can help. It won’t be shared and it won’t be halved, but it might loosen its grip on you, to remember that you are loved.

Coincidentally, my friend Keith wrote about his own struggle with depression a few days ago. Read his post here.

What they mean by home

I’m at the port, watching the ships sail in and out. I watch them tear the sea open, like splitting a seam, sending waves crashing against the rocks and rippling out to the shore, making children scream before they reach the beach, with a whoosh, and froth, and draw back, shimmering, as they mix with the silvery sand.

They blow their whistles, sometimes briefly, sometimes prolonged. Sometimes not at all. Hello, goodbye. I’m here! I’m leaving. I’m gone. In and out. Bringing people, taking people away. Taking them back. For me, once a summertime guest, the direction of travel has been reversed: when the boat glides into the port, now, it’s always bringing me back. When the jagged edges of the island first appear, when its dark shape looms at night, gaining in substance as we get closer and dots of light start to grow and spell out villages, shops still open, homes still occupied by those, like me, who stay, I understand what they mean by homecoming. There’s nothing epic about it; it’s not like that. It’s just a gliding in, a slotting into place. A small click that only you can hear, the click that means that, after years of pushing yourself into the jagged edges of other shores, you found the part that fits. Like a ship that doesn’t need to blow its whistle as it drifts into the port: you just slip back into place.

When I step onto the jetty, it’s the same: a moment for shoe to connect with soil, for girl to connect with island, a breathing out of other places, and then nothing. Almost nothing. No fanfare and no one to greet me, no one to say welcome as if my presence here is remarkable. I drift past the wives and husbands, children if it’s not too late, taxi drivers and maybe one or two hotel owners holding up signs. I wind my way through, sure on my feet because my feet know the way. I slip past, almost unnoticed, and it’s in that that I understand what I have found: it’s in the nods of those, like me, who stay. A tuck of the chin, a tilt of the head, a hand half-raised, a smile. A quiet welcome back, acknowledging my unremarkable presence. It’s in the fact that, when the ships sail out again, the seam closes after them before long. Whether they blow their whistle in goodbye, whether they drift out quietly: before long, it’s like they were never there. And I stay. It’s in the pleasure that gives me, it’s in the comfort I draw from the sight of that unbroken sea, that empty horizon, that I understand what they mean by home.


This is work in progress. An excerpt from what might become my next book – tentatively titled We’ll still be here when you are gone. Or maybe not… I’ll be posting bits and pieces as they get written; sign up below if you’d like to get them by email.

Να έχεις κάπου να γυρίσεις

Και να κάθομαι τώρα σ’ ένα πλοίο, απόγευμα, τέλη Σεπτέμβρη, και να βλέπω έξω τη θάλασσα και ν’ ακούω καψουροτράγουδα στο κινητό που δεν ξέρω τι να τα κάνω και που να τα τοποθετήσω μέσα μου, και που να τοποθετηθώ κι εγώ μέσα σ΄όλα αυτά, αφού βγω απ΄αυτό το πλοίο που μου ‘χουν δώσει θέση ξεκάθαρη, με αριθμό. Και να πηγαίνω στην Αθήνα, αλλαγμένη, ούτε Αθηναία πια ούτε Σιφνιά, για να μου πούνε όλοι εκεί πως έχω αλλάξει, και πως μου πάει το νησί, πως δεν ανήκω πια στην πολή – αλλά δε σκέφτομαι καθόλου να γυρίσω; Δεν πα να σκέφτομαι ότι θέλω, μα να γυρίσω που; Σε τι; Μόνο στη Σίφνο θέλω να γυρίζω, πάντα στη Σίφνο να γυρίζω, τύπου Ιθάκη ένα πράγμα, ταξίδι και προορισμός. Το είπα πρόσφατα, να με δέσουν σ’ ένα κατάρτι σαν τον Οδυσσέα, γιατί ακούω τις Σειρήνες και δε μπορώ – όχι – δε θέλω να μην πάω εκεί που με φωνάζουν. Κλείνω τ’ αφτιά μου με ακουστικά κι ακούω καψουροτράγουδα κι όπου με βγάλει, και δε φταίνε οι Σειρήνες που με φωνάζουν, αυτή είν’ η δουλειά τους. Φταίω εγώ, που δεν μπαίνω καν στον κόπο να δεθώ.

Και να ‘μαι τώρα σ’ ένα πλοίο για Αθήνα, θέση 31Τ, παράθυρο, επίσημα και τυπωμένο σε χαρτί. Πενήντα ευρώ για να ξέρω ακριβώς που βρίσκομαι για λίγο, για να βρεθώ εν τέλει στην Αθήνα, ούτε Αθηναία πια ούτε ακριβώς Σιφνιά, παρ΄ότι μέσα μου πάντα στη Σίφνο επιστρέφω. Να με ξερνάει το πλοίο στον Πειραιά, κι εγώ να κάνω τις κινήσεις μου μηχανικά γιατί ξέρω πως, γιατί θυμάμαι το δρόμο προς το σπίτι, μα οι Σειρήνες με φωνάζουνε αλλού. Να περιφέρομαι στους δρόμους της Αθήνας, άδετη, σα χαμένη, κι όλοι να ξέρουν απ’ τον τρόπο που κινούμαι πως δεν ανήκω πια εδώ. Και να μου λεν έχεις αλλάξει, βλέπω τη Σίφνο στο κορμί σου, στον τρόπο που χαμογελάς, μα κάτσε λίγο παραπάνω, δε θα κάτσεις; Κι εγώ δεν ξέρω πως να πω δεν έχω θέση. Ήμουνα κάποτε Αθηναία, το θυμάμαι, αλλά δεν ξέρω πια που να σταθώ, πως να περάσω απ’ το φανάρι, και μέσα στο θόρυβο της πόλης ακούω μόνο τις Σειρήνες τις δικές μου, να μου φωνάζουν γύρνα πίσω.

Πόση σημασία έχει η τοποθεσία εν τέλει, το που τοποθετείς τον εαυτό σου; Είναι καλύτερο ν’ αφήνεσαι, ελαφρύς, και να πηγαίνεις όπου σε πάει, ή μήπως να στέκεσαι κάπου σταθερά και να λες εγώ εδώ είμαι, ελάτε αν θέλετε εσείς για να με βρείτε; Μα άμα το κανες αυτό, σκέφτομαι τώρα, δε θα βρισκόσουνα ποτέ και πουθενά, ούτε θα έμπαινες σε πλοία για να φύγεις και να γυρίσεις πάλι στην Ιθάκη, όποια Ιθάκη διάλεξες να σε καλεί. Άμα δεν πας όπου σε πάει, δεν έχει Ιθάκες πουθενά: μόνο λιμάνια και ταξίδια, χωρίς επιστροφή. Όπου και να τοποθετείσαι, μέσα σ’ όλα, όποια κι αν είναι η θέση που θα πάρεις, σταθερή, θα περιφέρεσαι άσκοπα, δεμένος σε κατάρτια, γιατί είχες άλλο στο μυαλό σου προορισμό κι αλλού ακούς να σε φωνάζουν. Και θα φεύγεις χωρίς να ‘χεις να γυρίσεις, αντί να δένεσαι μ’ αυτά που σε καλούν, κι όπου σε βγάλει.

Μα να ‘χεις κάπου να γυρίσεις: δεν είναι λίγο. Χωρίς να δένεσαι δεν έχει να λυθείς, κι άμα φοβάσαι ν’ αφεθείς δε θα ‘χεις θέση πουθενά. Κι αν είναι ο τόπος σου εκεί που επιστρέφεις, αν έχεις βρει τη θέση σου, ανεπίσημα, εκεί, πόσο άδικο να ξοδεύεσαι αλλού, σε άλλα, και να σου λεν πως άλλαξες κι εσύ να ακούς μόνο το θόρυβο της πόλης και τις σειρήνες της τροχαίας να περνάνε. Όπου κι αν πας, να έχεις κάπου να γυρίσεις, κι εσύ να ψάχνεις για κατάρτια να δεθείς. Πόσο άδικο, αν είσαι τόσο τυχερός.

Γιατί δε φταίνε οι Σειρήνες που νιώθουμε άδετοι, που κρατιόμαστε από κατάρτια χωρίς λόγο, που περιφερόμαστε στους δρόμους της ζωής μας σα χαμένοι, στο δρόμο προς το σπίτι, ψάχνοντας κάτι μου μας έχει ήδη βρει. Φταίμε εμείς, που δεν ακούμε. Αν δεν ακούμε, φταίμε εμείς.

Αυτά που είναι να κρατήσουν θα σταθούν

Τα ‘χω ανοίξει όλα, πόρτες και παράθυρα, ορθάνοιχτα, και φυσάει ο άνεμος και τα παίρνει όλα, όλα όσα έχω. Φυσάει ο άνεμος απ’ όλες τις κατευθύνσεις, βορράς, νότος, ανατολή, και με τη δύση δεν πέφτει όπως πέφτουν τα μελτέμια, δε γλυκαίνει λίγο όπως έκανε παλιά. Φυσάει αέρας, ρεύματα, και χτυπάνε τα τζάμια και μέσα μου όλα γέρνουνε και πέφτουνε και σπάνε, πέφτουν κάτω και θρυμματίζονται και τα παράθυρα χτυπούν και οι πόρτες τρίζουν. Κι όλα δονούνται κι όλα γέρνουν κι όλα τα παίρνει ο άνεμος και τα ρίχνει κάτω και τα σπάει κι εγώ στέκομαι εκεί, ακίνητη, στη μέση, και σκέφτομαι: πάρτα όλα, σπάστα, να πάνε στο διάολο, να πάνε στο καλό. Δεν τα θέλω άλλο αυτά τα εύθραυστα, αυτά που γέρνουν τόσο εύκολα και σπάνε, με τον κάθε άνεμο, αυτά που δεν έχουν αντοχή για να σταθούν. Πάρτα να παν στο διάολο, τι να τα κάνω; Μισά κι ολόκληρα, σπασμένα και ακέραια, αλλά ανοίγεις τα παράθυρα και τρέμουν και πως να τα κρατήσεις; Φυσάνε έρωτες, φυσάνε λύπες, φυσάνε χαρές που δε φαντάστηκα, φυσάνε αυτά που ήθελα κι αυτά που έχασα κι αυτά που θέλω να κρατήσω, αλλά δε μπορώ να στέκομαι στη μέση και να τα κρατάω, μήπως φυσήξει ανέμος και γείρουνε και πέσουν, δε μπορώ. Ας πέσουνε κι ας σπάσουν κι ας πάνε στο καλό, αυτά που δεν αντέχουν να σταθούν. Τα ‘χω ανοίξει όλα, ορθάνοιχτα, και στέκομαι στη μέση και σκέφτομαι: ας σπάσει ότι σπάσει, κι ότι μπορεί ν’ αντέξει ας σταθεί γιατί αν κλείσω τα παράθυρα και τις πόρτες και γίνουν όλα στεγανά, δε θα ‘χει ούτε έρωτες, ούτε χαρές, ούτε αυτά που θα ‘θελα να τα κρατήσω – δε θα ‘χουν από που να μπουν. Άμα τα κλείσω όλα, όπως πριν, θα ‘χει μόνο ακινησία, θα ‘χει μόνο στασιμότητα κι ασφάλεια κι εγώ θα στέκομαι στη μέση, απαθής, να τα κοιτάω, όλα αυτά τα εύθραυστα, μισά κι ολόκληρα, σπασμένα ήδη κι ας μοιάζουν ακέραια, αυτά που χρειάζονται τόσο προστασία για να σταθούν. Δεν τα θέλω πια, όχι έτσι. Κι ας τρέμουν όλα μέσα μου, κι ας γέρνουν. Αυτά που είναι να κρατήσουν κρατιούνται από μόνα τους, όποιος άνεμος κι αν τα φυσά. Αυτά που είναι να κρατήσουν θα σταθούν.

Passing the time

Ι’m writing this at a café on the beach in Kamares. I’m writing this to pass the time until the boat arrives. My friend Malik is on a sun lounger ten metres away, reading, and we’re both suspended in that strange place-time between being here and going away. When leaving has become inevitable, the thing that happens next, and everything that happens in between is just passing the time.

I’m thinking: the excuses we use. That there’s nothing left to do, with so little time still left. That we cannot even start when it’s inevitable that we’ll have to stop. That any words we say will only be the words we say as our time runs out. And so we sit in silence, in stillness, passing the time in between as we wait for the end to come.

Everything ends, inevitably. Everything is ending as soon as it’s begun. The most infinite thing we have is time, but we are finite within it. We have our time, but no idea how to occupy it. We have excuses for every silence and every stillness and every word left unsaid, and everyone who’s left because we didn’t stop them, and everything we stopped before it began because we were afraid of the end that would, inevitably, come.

I’m thinking: how I stay silent when there are things to say. How I say things just to fill the space that silence makes, when silence scares me. How I don’t say the things that scare me and make up, instead, a courage that nobody expects. How I stay still instead of running after everything and everyone I’ve lost because of silence, or courage, or the time I thought I had. How it’s an act of cowardice to train yourself not to need.

This isn’t about boats. It isn’t always boats that come and take people away; it isn’t always as easy as an end that’s scheduled. Malik will get on the boat and he will leave and that is right because he lives elsewhere, and we have had our time. But there are others who drift away without warning, out of schedule, and there was no particular moment when you could have stopped them, no one moment when you could have said I need you, but all of them, every single moment of that time in between. When you brought about the end that you feared, with your courage. When you thought you were just passing the time.

And I’m thinking: the excuses we live by. When we could be living by our hearts and our souls and letting nothing pass us by. Not passing the time but occupying it, for fuck’s sake. Not thinking that there’s time, still, yet, another time, but grasping how finite we are and putting everything we’ve got into the time we have been given. And giving of the one infinite thing we have, which isn’t time, after all, but love. Love, not silence. Not stillness, but love. Love, which is the only thing that can turn our endings into beginnings and everything that happens in between into a life that we have lived. Love, not courage, to fill that strange space-time that we occupy in this life, even when the next thing that happens is the end.


There is no excuse.

Those who love know nothing

Note for the non- Greek speakers: Agoni grammi (άγονη γραμμή), literally barren line, sometimes translated as “non profit line” or “unprofitable shipping line”, is a shipping route that shows little commercial interest and therefore brings in very little profit for the ferry companies. It usually serves smaller or “lesser” islands, with limited tourism; Sifnos, in the West Cyclades, is one of them.


There’s a lot being written about Sifnos recently. There’s a lot being said. I go into facebook each day and see more articles urging those who know to get to know her, to discover this hidden secret of the Cyclades, treasure buried all this time along the barrenness of the agoni grammi. Magical, they call it, unspoilt, aristocratic, as if they’ve suddenly found a vein of gold and we’re all about to get rich.

And I remember when I was in school and we spent the summers here, and the other kids said to me, early June when the holidays began, “Sifnos? What is that?” and laughed. The other kids that went to Mykonos and Santorini, Spetses and Hydra, places known and accepted, of value, and they laughed at me for spending my summers here, in exile, on this barren place, on the barren line to nowhere. What Sifnos?

That Sifnos where they come to get married now, in Chrysopigi, with catering imported from Athens and local, traditional violins. The Sifnos of magazines, shiny like their pages, glittering somewhere between Serifos and Milos, on the οnce-barren line that’s become fruitful now that we have five ferries calling at her port each day. They discovered it, with private yachts and the SeaJet that takes a mere two hours from Piraeus, those who know.

And I remember when the monastery of Fyrogia was nothing but ruins and you took a boat to Vathy because there was no road and we washed with water drawn straight from the well, ice cold, and got our drinking water from the spring at Panagia tis Vryssis. I remember the campsite in Plati Yialos and when Botzi played rock and we emerged croaky at dawn to get sandwiches from Plaza in the square and the sunrise glittered off the whitewash walls and made us blind.

All that glitters isn’t gold. There was gold in Sifnos, once, but now there are other things. Not what they write about: more secret than that. And, at the same time, not at all. A mountaintop, a walk along a trail with a friend in November, a view you hadn’t seen before but had always been there, the nights when you can hear nothing but the wind. An empty beach and the restaurants that stay open through the winter. Soaking your chickpeas on a Friday and taking them to the wood oven on Saturday, and hearing people say hello as if they know you, those people that you thought you knew. Walking down the street and no longer being asked why you are still around.

When you love, you know nothing: Sifnos taught me that. There was a time when I knew, because I spent my summers here and we had a house of our own and I played on the streets with the other kids and because I remember, because I can tell you what Sifnos was like back then and how it’s changed. But Sifnos isn’t there, after all. It’s not where we look for it, but where we find ourselves. Not in how much it’s changed but in how much it’s changed you. If you forget all that you know and start to learn. How much treasure can be found in a vein of gold that ran dry. That magic is in what you love, and to love is not knowing. You know nothing, and that’s how you get rich: when you learn.

And I remember when I knew and didn’t love her. When I used to whisper it, that I’m going to Sifnos, and I was drawn to other places, full of light, shiny. And they made me blind. Until, one day, I found myself here and two winters had gone by and no one asked when I was leaving anymore and I understood suddenly what it means to love a place for what it is, not for how you imagined it. Not for what is said and the value other people give it and for what you tell other people that you remember. And to say it, that you live here, and if anyone asks what Sifnos? My own.

They know something, those who know. They’re right to come here. For weddings and christenings, for the weekend on the SeaJet, for the whole summer in overflowing cars. For the bars and the restaurants, for aristocratic Artemonas and cosmopolitan Plati Yialos and the quaint fishing village of Herronissos. For the ceramics and the exhibitions and the photographs they post on facebook, with Chrysopigi in the background. For all that everybody knows, by now, and all that’s secret and all that’s hidden and all that’s always been there but you hadn’t noticed it before. For all that you might learn. For those who know and those are searching and those who are looking for a place to stand, and those, like me, who found themselves here and are learning everything from scratch. There is Sifnos enough for everyone, it won’t run dry. There are riches enough for everyone, if you love her. And to love her without knowing: that’s where the magic is.


Daphne Kapsali lives in Sifnos. She knows nothing.


This post was originally written in Greek. Click here to read it.

Χωρίς να ξέρεις, να την αγαπάς.

Γράφουν πολλά τελευταία για τη Σίφνο. Λένε πολλά. Κάθε μέρα ανοίγω το facebook και βλέπω κι άλλα άρθρα, στον ξένο τύπο και τον ελληνικό, να παροτρύνουν αυτούς που ξέρουν να τη γνωρίσουν, ν’ ανακαλύψουν αυτό το κρυμμένο μυστικό των Κυκλάδων, θαμμένο τόσα χρόνια στην άγονη γραμμή. Μαγευτική τη λένε, άσπιλη, αριστοκρατική, σα να βρήκαν ξαφνικά φλέβα χρυσού και θα πλουτίσουμε όλοι.

Κι εγώ θυμάμαι τότε που πήγαινα σχολείο και περνούσαμε εδώ τα καλοκαίρια, να μου λένε τ’ άλλα παιδιά, αρχές Ιουνίου όταν ξεκίναγαν οι διακοπές: «Στη Σίφνο; Τι είναι αυτό;» και να γελάνε. Τ’ άλλα παιδιά που πήγαιναν στη Μύκονο και τη Σαντορίνη, τις Σπέτσες και την Ύδρα, μέρη γνωστά κι αναγνωρισμένα, με αξία, και γέλαγαν μαζί μου που περνούσα τα καλοκαίρια μου εξόριστη, εδώ, στην άγονη γραμμή. Ποια Σίφνο;

Τη Σίφνο εκείνη που έρχονται τώρα να παντρευτούν, στη Χρυσοπηγή, με catering απ’ την Αθήνα και βιολιά παραδοσιακά. Τη Σίφνο των περιοδικών, γυαλιστερή σαν τις σελίδες τους, ν’ αστράφτει κάπου ανάμεσα στη Σέριφο και τη Μήλο, στην πρώην άγονη γραμμή που ‘γινε γόνιμη τώρα που έχουμε πέντε πλοία τη μέρα. Την ανακάλυψαν, με σκάφη ιδιωτικά και το SeaJet που φτάνει σε δύο ώρες απ’ τον Πειραιά, αυτοί που ξέρουν.

Κι εγώ θυμάμαι τότε που τα Φυρόγια ήταν χαλάσματα και πήγαινες μόνο με καΐκι στο Βαθύ και πλενόμασταν με νερό κατευθείαν απ’ το πηγάδι, παγωμένο, και για το πόσιμο πηγαίναμε στην Παναγιά της Βρύσης, με μπιτόνια. Θυμάμαι το κάμπινγκ στον Πλατύ Γιαλό και που το Μπότζι έπαιζε ροκ και βγαίναμε βραχνοί τα ξημερώματα να πάρουμε σάντουιτς από το Πλάζα στην πλατεία κι άστραφτε η ανατολή στους άσπρους τοίχους και μας τύφλωνε.

Ότι αστράφτει δεν είναι χρυσός. Είχε παλιά η Σίφνος χρυσό, μα τώρα έχει άλλα. Όχι αυτά που γράφονται: πιο κρυφά. Και συνάμα καθόλου. Μια βουνοκορφή, ένα μονοπάτι με μια φίλη το Νοέμβριο, μια θέα που δεν είχες ξαναδεί μα ήταν πάντα εκεί, τα βράδια που ακούς μόνο τον άνεμο. Μια άδεια παραλία και οι ταβέρνες που δεν κλείνουν το χειμώνα. Να βρέχεις τα ρεβύθια την Παρασκευή και να τα πηγαίνεις στο φούρνο το Σάββατο και να σου λένε καλησπέρα σα να σε ξέρουν, αυτοί που νόμιζες πως ήξερες. Να περπατάς στο δρόμο και μη σε ρωτάνε πια τι κάνεις εδώ.

Αν αγαπάς δεν ξέρεις τίποτα: αυτό μου το ‘μαθε η Σίφνος. Κάποτε ήξερα κι εγώ γιατί ερχόμουν εδώ τα καλοκαίρια κι είχαμε σπίτι, κι έπαιζα στα σοκάκια με τ’ άλλα παιδιά και γιατί θυμάμαι, γιατί μπορώ να σου πω πως ήταν η Σίφνος παλιά και πόσο έχει αλλάξει. Αλλά δεν είναι σ’ αυτά η Σίφνος, τελικά. Δεν είναι εκεί που την ψάχνουμε, αλλά εκεί που θα βρεθούμε. Δεν είναι στο πόσο άλλαξε, αλλά στο πόσο σε αλλάζει. Άμα ξεχάσεις αυτά που ήξερες κι αρχίσεις να μαθαίνεις. Πόσος πλούτος κρύβεται σε μια φλέβα χρυσού που έχει στερέψει. Πως η μαγεία είναι σ’ ότι αγαπάς και ν’ αγαπάς δεν είναι γνώση. Δεν ξέρεις τίποτα κι έτσι πλουτίζεις, τελικά: μαθαίνοντας.

Κι εγώ θυμάμαι τότε που ήξερα και δεν την αγαπούσα. Τότε που το ‘λεγα με χαμηλή φωνή, ότι θα πάω στη Σίφνο, και με τραβούσαν άλλα μέρη, γεμάτα φώτα, γυαλιστερά. Και με τύφλωναν. Ώσπου μια μέρα βρέθηκα εδώ κι είχαν περάσει δυο χειμώνες και δε με ρωτούσε πια κανεις πότε θα φύγω και κατάλαβα ξαφνικά τι σημαίνει ν’ αγαπάς έναν τόπο έτσι όπως είναι, όχι όπως τον φαντάστηκες. Όχι γι’ αυτά που λέγονται και την αξία που του δίνουν οι άλλοι και γι’ αυτά που λες εσύ στους άλλους ότι θυμάσαι. Και να το λες, πως ζεις εδώ, κι αν σε ρωτάν ποια Σίφνο; Τη δική μου.

Κάτι ξέρουν, αυτοί που ξέρουν. Καλά κάνουν κι έρχονται εδώ. Για γάμους και για βαφτίσια, για το Σαββατοκύριακο με το SeaJet, για όλο το καλοκαίρι με αυτοκίνητα φορτωμένα. Για τα μπαρ και τα εστιατόρια, για τον αριστοκρατικό Αρτεμώνα και τον κοσμικό Πλατύ Γιαλό και τη γραφική Χερρόνησο. Για τα κεραμικά και τις εκθέσεις και για τις φωτογραφίες που ανεβάζουν στο facebook με φόντο τη Χρυσοπηγή. Για όλα αυτά που ξέρουν, τώρα, όλοι, και τα κρυφά και τα κρυμμένα και αυτά που ήταν πάντα εκεί και δεν τα είχες συναντήσει. Γι’ αυτά που ίσως μάθεις. Γι’ αυτούς που ξέρουν κι αυτούς που ψάχνονται κι αυτούς που ψάχνουν κάπου να βρεθούν κι εκείνους, σαν κι εμένα, που βρέθηκαν εδώ και τα μαθαίνουν όλα απ’ την αρχή. Έχει Σίφνο για όλους, δε στερεύει. Έχει πλούτο για όλους, αν την αγαπάς. Χωρίς να ξέρεις, να την αγαπάς.


Η Δάφνη Καψάλη ζει στη Σίφνο. Δεν ξέρει τίποτα.


Click here for the English version of this piece.

Chickpea Sundays (100 days of solitude, Day 34)

It’s Saturday afternoon, and Manolis has just lit his wood oven. The smell of smoke and the heat from the fire drift into my house, and the wood crackles and pops in a rhythmic, soothing way, breaking the silence of the still, windless day. Soon, the wood will turn into coal and it will crackle no more; there will be no more smoke, only heat. That’s when the pots will go in. The neighbours are bringing them already, mostly men, tasked with the carrying once their wives have done their bit.
    The locals have chickpea soup on Sunday. Only on Sunday, because you can’t make this in your kitchen at home. The soup, which is thick, like a stew, and tastes like all the homely comforts you can imagine, is cooked slowly, overnight, in clay pots with clay lids, in a woodfire oven. The women start preparing the chickpeas on Friday: they need to be soaked in water and bicarbonate of soda for twenty-four hours, to soften. On Saturday, they rinse them out and put them in the clay pot with some fresh water, onions and the seasoning of their choice. They add the lid and summon their husbands to carry the heavy pots to the oven. There’s one in most villages, in someone’s back yard, and they get the word out when they light them so the neighbours can bring their pots. Manolis has collected three so far, and he’s lined then up next to the oven, to go in as soon as the fire has burnt itself down. In the summer, when my mum is here, he lets her know on Fridays so she can prepare her pot in time. He’s said nothing to me since she’s been gone.
    I smell the smoke and come outside with my afternoon coffee. I sit on a ledge in the sunshine. It’s cold in the house but out here the sun is still strong enough to warm your skin. I sip my coffee and watch some lazy clouds drifting across the sky. There are church bells and goat bells. A donkey brays. Somewhere, intermittently, there’s a mechanical sound, but it’s far enough to ignore. The wood crackles in the oven, and the men chatter with Manolis as, one by one, they come bearing their pots.
    Tomorrow, our little edge of the village will come to life as, after church, the neighbours will arrive en masse to collect their chickpeas and bring them home, for Sunday lunch. I will watch them from my side of the wall, as I busy myself with some task or other; a few, the ones I know, might notice me and say hello.
I finish my coffee and go down the road to scavenge some lemons from the garden of an empty house; I want to make lemon cake. On my way back I run into Yorgos, Vangelia’s husband, bound for Manolis’ oven with his burden of chickpeas and a serene smile on his face.
    ‘You must be enjoying yourself,’ he remarks, after we’ve said our good afternoons. ‘If you’re still here.’
    ‘I love it,’ I blurt out. ‘I’ve never been happier.’ I drop a lemon in my excitement, and leave Yorgos behind as I chase it down the path.
    In a break between pot bearers, I call out to Manolis over our dividing wall.
    ‘Can I come and take some photos of the oven and the pots?’ I ask.
    ‘As many as you like,’ he says. ‘Why do you need to ask?’
    ‘Well, I can’t just walk into your house!’
    He shrugs; he doesn’t seem to think that would be a problem. The side door to the back yard is open, inviting the neighbours in.
    I take my photos and then stand by the fire for a bit, until my face starts to sting from the heat. I stop to pet the cat, who’s rolling around in a patch of sunshine.
    ‘Next time you light the oven,’ I say, ‘will you let me know?’
    ‘Oh,’ he stammers. ‘Of course. I just thought, with you being on your own…’
    ‘I cook more than my mum, you know.’
    ‘I didn’t mean that,’ he says quickly. ‘Just that you’d have too many chickpeas.’           
    ‘Yes,’ I agree. ‘I’ll just have to eat chickpeas all week!’
    ‘You could put some in the freezer,’ he suggests, obviously pleased that he’s stumbled upon this idea. He smiles. ‘I’ll let you know.’
    The pots go into the oven and the smell of smoke is replaced by the sweet, heavy scent of roasting onions. It wafts into the house and mingles with the smell of my baking cake. I fantasise about the chickpea soup I’ll make. I might go rogue and add a few sprigs of rosemary, a dash of cumin, a pinch of chilli powder. I’ll definitely have to freeze a few portions. I like chickpeas, but I don’t particularly want to eat them every day for a week.
    But I’ll make a huge pot, regardless, enough to feed a large Greek family their Sunday lunch, because, more than chickpea soup, it’s the ritual I like. Being let in on the secret on the Friday; the slow, careful process of lighting the fire on the Saturday, the camaraderie by the oven, the open door; the impromptu Sunday gathering of well-dressed churchgoers, as they crowd around the oven to collect their lunch.
    I don’t want to be the one watching them from the other side of the wall. I want to play, too. I want to be a part of this. I want to be one of them, in this small way, to stand in line with my neighbours and talk about the weather as I wait to receive my pot.


This is Day 34 from 100 days of solitude. Continue reading for free on Kindle Unlimited. And for more Sifnos adventures, check out the sequel, For Now, also available from Amazon.

What’s right in front of you

I want to write about love, but I don’t know if love wants to be written about. I don’t know what love wants, or if it wants anything at all; maybe it just is, without want, without need. Maybe we need it more than we know, but we’re wrong in the way we want it, the way we go about getting it. And when it feels like love resists us: the truth is, I think, that sometimes it’s us who resist love. We stay blind to it while ostensibly looking, and we look in the wrong places, when love can be found wherever we look.

I’m beginning to understand that love is bigger that all that: all of our lovesongs and our romantic notions, the clothes we dress it in and the definitions we write up, the stick we measure it against, ceremonies and rituals, our ends and our beginnings, the petty arguments and all of our broken hearts. Bigger than our plays and our poetry, our games and the strategies we use to capture the incapturable, too big to fit into our little box of a human mind, because it’s not in the mind that love is felt, and love is felt, not thought about. But smaller, too, tiny, the most subtle of things, like when something clicks inside you in response to a hand on your back, like the relief you feel when you sit in a room with a man, doing nothing of any importance. Like the scent of the sea or the gentle sigh of a breeze on a summer afternoon, or a smile that smashes everything and then puts it back together before you’ve had the chance to notice. So small that you could miss it if you don’t pay attention, if you insist on looking for things that seem appropriately big; if you keep focusing your gaze elsewhere and thinking with your mind and finding only spaces empty of love, while the sea scents your skin and the breeze is in your hair and a smile is in motion that could smash everything, if only you’d lift your gaze and see. If only you’d notice what’s right in front of you.

I spent fifteen years in love. It was a love so big that it contained me, that it contained everything I was. It was big enough to give me freedom within its margins, but it had margins, still, like everything has. I saw nothing of the world outside. I had no interest in what was out there. But there’s a reason why they say you fall in love, and there’s a reason why they talk of falling out of it. I stumbled, and I fell: out of love, outside of the margins, and I lifted my gaze and I saw. The love was still there, but I was out of it. My love, my big love will always be there, but it no longer contains me. I am too big, as it turns out; I have outgrown the margins it imposed. Or perhaps I’m the wrong shape for it, with parts of who I am sticking out at awkward angles. But the world outside has no fixed shape; just like love itself, it resists definition. And that’s freedom outside the margins: when you begin to notice what’s in front of you. When you allow yourself to feel.

I don’t want to write about love. I don’t want to talk about it. I want to feel the breeze on my skin and notice the click that means something’s shifting, and to allow a smile to smash me to pieces, and then watch those pieces drift and swirl and make a new shape. And that’s who I’ll be. And I won’t look for love, but I will let it find me. And when it finds me, I won’t resist. I won’t look back to make comparisons or hold up a stick against it to measure how long it might last; I won’t try to tame it with rituals or stifle it with romantic notions or think it into something that makes sense. I will sit in a room with a man, doing nothing of any importance, and I will lift up my gaze and I will see. What’s right in front of me.


If you enjoyed this post, please consider supporting my work by buying my books on Amazon. Thank you.